Τιθορέα

Η παλιότερη ιστορική μνεία της Τιθορέας γίνεται απ’ τον Ηρόδοτο, ο οποίος, περιγράφοντας την πορεία του Ξέρξη προς την Αθήνα μετά τη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ., γράφει ότι οι Πέρσες στρατιώτες έκαψαν τις πόλεις της κοιλάδας του Κηφισού, μεταξύ των
οποίων και «τους Νέωνας και Πεδιέας και Τριτέας». Φοβισμένοι οι Φωκείς κάτοικοι της περιοχής κατέφυγαν στην πλησιέστερη κορυφή του Παρνασσού για να σωθούν.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι VIII 32,5): «Ως δε εκ της Δωρίδος ες την Φωκίδα εσέβαλον, αυτούς μεν τους Φωκέας ουκ αιρέουσι. Οι μεν γαρ των Φωκέων ες τα άκρα του Παρνησού ανέβησαν (έστι δε και επιτηδέη δέξασθαι όμιλον η κορυφή, κατά Νέωνα
πόλιν κειμένη επ’ εωυτής, Τιθορέα ούνομα αυτή, ες την δη ανηνείκαντο και αυτοί ανέβησαν)» .

Η κορυφή εκείνη ονομάζονταν «Τιθορέα», (από «Τιθορέας, νύμφης Αμαδρυάδος», που ζούσε δηλ. μέσα στα δένδρα του δάσους, προσθέτει αργότερα ο Παυσανίας) .

Όταν πέρασε ο κίνδυνος, οι κάτοικοι κατέβηκαν ξανά στις πόλεις τους στην κοιλάδα, κι αργότερα οι κάτοικοι κυρίως της πόλης Νέων έχτισαν σε απόκρημνη βαθμίδα του Παρνασσού ένα πολύ οχυρό φρούριο, το οποίο σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε ολόκληρη πόλη, η οποία,
κατά το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα, υποκατέστησε τη Νέωνα και ονομάστηκε «Τιθορέα» σ’ ανάμνηση της κορυφής, που βρίσκονταν από πάνω και στην οποία είχαν διασωθεί οι πρόγονοι κατά την περσική εκστρατεία του 480 π.Χ.

Η πόλη Νεών δεν έχει εντοπισθεί. Εικάζεται ότι σ’ αυτήν ανήκουν τα ερείπια που βρίσκονται στη θέση “Παλιαφήβα”. Φαίνεται ότι ήταν σπουδαία πόλη της περιοχής κατά τους κλασσικούς χρόνους, απ’ τους οποίους διασώζονται και δύο οβολοί με τα αρχικά της γράμματα
«ΝΕ«.

Η πόλη των Πεδιέων ίσως βρίσκονταν στο σημερινό Κηφισοχώρι (ή Κάτω Τιθορέα).

Κατά τον Τρίτο Ιερό πόλεμο (356/ 55 – 346 π.Χ.) σε απόκρημνο σημείο του βράχου της Τιθορέας αυτοκτόνησε ο Φιλόμηλος, ο περίφημος στρατηγός αυτοκράτωρ των Φωκέων που κατάγονταν από τη γειτονική πόλη Λέδων (ίσως βρίσκονταν στη θέση Γούρνες
του σημερινού χωριού Αγία Μαρίνα).

Οι Φωκείς διεκδικούσαν την πόλη και το Μαντείο των Δελφών, γιατί, σύμφωνα με ένα χωρίο του ομηρικού “Καταλόγου των πλοίων” που έλαβαν μέρος στην Τρωική εκστρατεία, η περιοχή αυτή θεωρούνταν φωκική. Οι υπόλοιποι Αμφικτύονες, όμως, διαφωνούσαν κι αποφάσισαν
να βοηθήσουν το Μαντείο, όταν το κατέλαβε ο “ασεβής” Φιλόμηλος με τους «ιερόσυλους» Φωκείς.

Πρώτοι έστειλαν στρατό στην κοιλάδα του Κηφισού οι Βοιωτοί, παλιοί εχθροί των Φωκέων. Οι αντίπαλοι στρατοί απέφευγαν την οριστική σύγκρουση, αλλά, όταν συναντήθηκαν τυχαία κοντά στην πόλη Νεών, πολέμησαν με πείσμα και η μάχη έληξε με τη συντριβή των Φωκέων,
που απωθήθηκαν σε χώρο αδιέξοδο, επειδή κατέληγε σε απόκρημνη παρυφή του Παρνασού.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Φιλόμηλος, τραυματισμένος, αυτοκτόνησε πηδώντας από ένα βράχο (Αύγ- Σεπτέμβριος 354 π.Χ.). Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση, κατακρημνίστηκε στην προσπάθειά του να πατήσει σ’ έναν κορμό δένδρου, που οι υποχωρούντες
στρατιώτες του είχαν τοποθετήσει σαν πρόχειρη γέφυρα στο επικίνδυνο σημείο, αλλά οι τελευταίοι απ’ αυτούς τον απέσυραν, για να μη μπορέσουν να τους ακολουθήσουν οι εχθροί τους. Αγνοούσαν ότι εκείνη τη στιγμή θα έφθανε ο στρατηγός τους που δεν είχε προλάβει
να περάσει.

Ο Τρίτος Ιερός πόλεμος είχε ποικίλες εναλλαγές κι έδωσε την ευκαιρία στο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο το Β΄ να παρέμβει υπέρ του Μαντείου στο πλευρό των Αμφικτυόνων και να αναμειχθεί από τότε κι ύστερα στις υποθέσεις της κεντρικής και νότιας Ελλάδας.
Η ήττα των Φωκέων ήταν εξουθενωτική και οι όροι των Αμφικτυόνων πολύ σκληροί.: Μεταξύ άλλων επιβλήθηκαν βαρειά πρόστιμα, κατεδάφιση των τειχών των φωκικών πόλεων και διασκορπισμός των κατοίκων τους σε οικισμούς των πενήντα οικογενειών, που έπρεπε να
απέχουν τουλάχιστον δυο χιλιόμετρα ο ένας απ’ τον άλλον.



Νόμισμα Τιθορέας

Αργότερα επιτράπηκε να ξαναχτιστούν οι φωκικές πόλεις και σταδιακά αναπτύχθηκαν μερικές απ’ αυτές. Η Νεών, όμως, δεν επανεμφανίζεται. Στη θέση της αναφέρεται η Τιθορέα ή Τιθόρα, η οποία μάλιστα στην εποχή της Αιτωλικής Συμμαχίας (279-168
π.Χ.) έκοψε και δικό της νόμισμα, στον εμπροσθότυπο του οποίου εικονίζεται νεανική ανδρική κεφαλή δαφνοστεφής προς τα δεξιά (Απόλλωνος;) και στον οπισθότυπο αιχμή δόρατος, σιαγών κάπρου και η επιγραφή «ΤΙΘΟΡΡΕΩΝ» .

Της Τιθορέας η Ιστορία διατηρείται ζωντανή χάρη στους οχυρωματικούς πύργους των ισοδομικών τειχών, τα οποία σώζονται σε αρκετή έκταση και μεγάλο ύψος. Είναι από τα πλέον αξιοθέατα τείχη της Κεντρικής Ελλάδας και προστάτευαν την πόλη από τη βόρεια και
τη δυτική πλευρά της.



Το τείχος κατεβαίνει την πλαγιά απότομα και φέρει επίστεψη, που κατατέμνεται σε μια σειρά από βαθμίδες.



Υπάρχει μία ιδιορρυθμία τέλος που πρέπει να εντυπωσιάσει τον παρατηρητή: η απουσία μυστικής εισόδου. Στη Δαυλίδα, την Τιθορέα και τη Χαράδρα, μπορεί να ιχνηλατηθεί όλη η γραμμή των τειχών και δεν έχουν βρεθεί μυστικές είσοδοι.

Τμήματα τειχών ή πύργων βρίσκονται ανάμεσα στα σπίτια του σημερινού χωριού ή στις αυλές. Μεγάλοι ορθογώνιοι λίθοι του τείχους ή των αρχαίων οικοδομημάτων είναι χρησιμοποιημένοι στα σημερινά σπίτια του χωριού ή στους αναλημματικούς τοίχους στις αυλές.

Η ανατολική και νότια πλευρά της πόλης προστατεύεται από φυσικά οχυρά: τη βαθειά κι απότομη χαράδρα του Καχάλη (ή Κακορρέματος) και την απόκρημνη αναβαθμίδα του Παρνασσού που υψώνεται επιβλητικά και σχεδόν κατακόρυφα από πάνω της προξενώντας
στον επισκέπτη δέος και θαυμασμό.

Πολύ συχνά μνημονεύει την Τιθόρα ο Πλούταρχος, ο οποίος μάλιστα είχε έναν εξαιρετικό φίλο από κει ονόματι Σώκλαρο, που ασχολούνταν ερασιτεχνικά με πειράματα φυτικής… «γενετικής»: “…Σώκλαρος εστιών ημάς εν κήποις υπό του Κηφισού ποταμού περιρρεομένοις
επεδείκνυτο δένδρα παντοδαπώς πεποικιλμένα τοις λεγομένοις ενοφθαλμισμοίς…». Σ’ αυτούς τους κήπους φιλοξένησε ο Σώκλαρος τον Πλούταρχο και την παρέα του, και προσπάθησαν από κοινού να λύσουν το έκτο πρόβλημα του δεύτερου συμποσίου: «Διατί πεύκη και πίτυς
και τα όμοια τούτοις ουκ ενοφθαλμίζεται». (Ο «ενοφθαλμισμός» είναι μέθοδος εμβολιασμού κατά την οποία εισάγεται «οφθαλμός» = «μάτι» από κλωνάρι ενός δένδρου σε σχισμή που διανοίγεται στον φλοιό κλωναριού του δένδρου που επιδιώκεται να έχει ποικιλία καρπών, να είναι «πεπικιλμένον» , όπως θα έγραφε ο Παυσανίας ).

Ο Παυσανίας παρουσιάζει την Τιθορέα και τα ιερά της στην ίδια ενότητα με το μαντείο των Δελφών, αποκομμένη από τη γύρω της περιοχή. Η διάκριση αυτή φαίνεται ήδη απ’ την εισαγωγή των Φωκικών, όπου ορίζει τη Φωκίδα με βάση τον άξονα Τιθορέας – Δελφών :
«Γης δε της Φωκίδος όσον μεν περί Τιθορέαν και Δελφούς εστιν αυτής», ενώ δίπλα στην Τιθορέα βρίσκεται η πολύ πιο σημαντική Ελάτεια που την παραβλέπει. Στην προτίμηση αυτή βοήθησε και η αντίληψη ότι η Τιθορέα ήταν η αρχαία μητρόπολη των Φωκέων, αφού,
όπως μας λέει στα Κορινθιακά του, σ’ αυτήν εγκαταστάθηκε με το λαό του ο γενάρχης των Φωκέων ο Φώκος, ο γιος του Ορνυτίωνα, και σ’ αυτή θάφτηκε μαζί με τη γυναίκα του την Αντιόπη. Μας πληροφορεί μάλιστα ότι στην Τιθορέα
υπήρχε ο τάφος τους.

Μας δίνει ακόμη μεταξύ άλλων και τις εξής πληροφορίες :

-Στην Τιθορέα υπήρχε θέατρο, αρχαία αγορά και ιερό άλσος της Αθηνάς με το ναό και το άγαλμά της. Λίγο πιο έξω απ’ την πόλη υπήρχε ναός του Ασκληπιού Αρχαγέτου, στον οποίο κατέφευγαν για θεραπεία όχι μόνο οι Τιθορείς, αλλά κι οι άλλοι Φωκείς.

-Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή λατρεύονταν και αιγυπτιακοί θεοί: ο Σάραπις, η Ίσις και ο Άνουβις. Αυτό το μαρτυρούν και οι απελευθερωτικές επιγραφές των δούλων, οι οποίοι συμβολικά επωλούντο στο θεό Σάραπη και ο ιερέας του θεού έπρεπε να φροντίζει, ώστε να μην
καταπατηθεί η απελευθερωτική πράξη. Παραστατικά περιγράφει το άδυτο της Ίσιδος, που βρίσκονταν σ’ έναν περίβολο έξω απ’ την πόλη. Σ’ αυτό γίνονταν τριήμερη εμποροπανήγυρη δυο φορές το χρόνο, κάθε Άνοιξη και Φθινόπωρο.

ΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ:




Στη συλλογή επιγραφών του Εθνικού Αρχαιολογικού μουσείου, υπάρχει μιά μαρμάρινη επιγραφή που προέρχεται από τάφο της περιοχής Τιθορέας.

Από πάνω έχει ένα αέτωμα και έπειτα γράφει τα εξής:

Δωρόθεε

χαίρε

Δωρόθεον, ξένε, τόνδε σαόφρονα γαία κέκευθεν

Ιητρόν βιοτάν γήραϊ λειπόμενον,

Ομ πότ” Αλεξάνδρεια λοχεύσατο πατρίς αγητή

νειλόρρυτος πάσης αψάμενον σοφίης.

5 άστεα δ’ ελθών πολλά περιπλανίη, Τιθόρεια

πετροφυεί ψυχρώι τώιδε κέκευθε τάφωι,

Ως ποτε μοιρίδιον τέλος ήλυθε. καί γάρ Όμηρον

νήσος έχει βαιά θείον αοιδόν Ίος.

Το παραπάνω επίγραμμα αναφέρεται σε έναν γιατρό,τον Δωρόθεο, που άφησε την ξακουστή πατρίδα του Αλεξάνδρεια, και μετά από περιπλανήσεις, ήρθε να εγκατασταθεί στην απόμερη και άγνωστη τότε Τιθόρεια, όπου πέθανε τον 1ο προ Χριστού αιώνα. Τον παρομοιάζει
με τον «θεϊκό» αοιδό Όμηρο που πέθανε στην ασήμαντη νήσο Ίο.

Μετάφραση:

Τον Δωρόθεο, ξένε, αυτόν εδώ τον συνετό, η γή τον έχει σκεπάσει,

τον γιατρό, που πέθανε από γηρατειά, αφού γνώρισε κάθε σοφία,

τον οποίο η Αλεξάνδρεια τον γέννησε,

η θαυμαστή πατρίδα που διαρρέεται από το Νείλο.

Αφού δε περιπλανήθηκε σε πολλές πόλεις, η Τιθόρεια

η πετροφυής, σ” αυτόν εδώ τον ψυχρό τάφο έχει κρύψει, όταν κάποτε το μοιραίο τέλος ήρθε. Ωστόσο και τον Όμηρο

το θεϊκό αοιδό τον κατέχει η ασήμαντη νήσος Ίος.

Be first to comment